BookTypewriter

Typewriter | Πόσο λίγη είναι η ζωή;

Συντάκτρια: Αθηνά Γιαντσίδη

Σκεφτόμουν για καιρό αν αυτό το βιβλίο θα ήταν κατάλληλο για μια νέα αρχή. Οι περισσότεροι ζουν ακόμη με την επίγευση του καλοκαιριού, των ευτυχισμένων αναμνήσεων, των ταξιδιών, των φωτογραφιών με όμορφα τοπία και μυρωδιά θάλασσας. Και τότε, να ‘μαστε κι εμείς, να αναρωτιόμαστε πόσο λίγη μπορεί να είναι η ζωή, όταν όλοι το μόνο που θέλουν είναι να τη διαστείλουν.

Και αυτού του είδους ο διχασμός αντικατοπτρίζει τέλεια την πόλωση που επικρατεί γύρω από το βιβλίο.  Από τη μία το ‘’Λίγη Ζωή’’ της Hanya Yanagihara (μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη, εκδόσεις: Μεταίχμιο)  βρέθηκε στις βραχείες λίστες για το Booker και το National Book Award. Κέρδισε εγκωμιαστικές κριτικές από τους Times, τη Wall Street Journal, τη San Francisco Chronicle. Αγαπήθηκε από τους αναγνώστες του -κάποιους από αυτούς- βαθιά. Και από την άλλη, επικρίθηκε επίσης με πάθος. Κατηγορήθηκε για την υπερβολή του θέματος, την αδυναμία ανάπτυξης των χαρακτήρων, για να αναφέρουμε μερικά.

Για τα τυπικά, το Typewriter ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Και γνωρίζοντας αυτό, κατάλαβα πως η αμφιβολία για την καταλληλότητα του βιβλίου δεν ήταν παρά ένας ακόμη τρόπος ‘’λογοκρισίας’’ της μυθοπλαστικής ζωής του Τζουντ. Οπότε, ναι, πόσο λίγη μπορεί να είναι πράγματι η ζωή;

Πλοκή

Η συγγραφέας ακολουθεί τις ζωές τεσσάρων φίλων, του Τζέι Μπι, του Μάλκομ, του Γουίλεμ και του Τζουντ, από το κολλέγιο έως περίπου την έκτη δεκαετία της ζωής τους. Ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και τις διαφορετικές καταβολές και εμπειρίες, καταφέρνει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ενηλικίωσης και να πετύχει επαγγελματικά στη Νέα Υόρκη. Ζουν τη ζωή που ονειρεύονταν. Ή κάπως έτσι.

Η ιστορία σταδιακά αρχίζει να επικεντρώνεται στο Τζουντ Σεντ Φράνσις, ένα χαρισματικό και δοτικό άνθρωπο που πάντα, ωστόσο, αποτελεί ένα ερωτηματικό για τους οικείους του. Μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσει και τις καταστάσεις που συναντά, η αοριστία και η μυστικοπάθεια που τον διακρίνουν αρχίζουν να διαλύονται. Εφιαλτικές αναμνήσεις και τραύματα από την παιδική ηλικία εμφανίζονται απειλητικά με κάθε ευκαιρία στην καθημερινότητά του. Και όταν συμβαίνει αυτό, καμία επιτυχία ή ευτυχία δεν είναι ικανή να τον σώσει.

Στα πλην (περίπου;)

Για χάρη της αντικειμενικότητας, υπάρχουν πράγματι αδυναμίες στο βιβλίο. Υπερβολή, μελοδραματισμός, επαναλαμβανόμενα μοτίβα- τόσο σε θέμα πλοκής, όσο και χειρισμού της γλώσσας. Η ίδια η Yanagihara δεν τα αρνείται, άλλωστε. Τα εξισορροπεί, όμως, με έξυπνη και λειτουργική δομή που περιδιαβαίνει αβίαστα ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν. Εδώ φαίνεται και η ιδιότητά της ως επιμελήτρια στο ‘’New York Times Style Magazine’’. Και, φυσικά, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ‘’άπληστο’’, κατά τα λεγόμενά της, βιβλίο. Επιζητά συνεχώς την προσοχή και το συναίσθημα του αναγνώστη, τον δένει με τις σελίδες του. Εντυπωσιακά κοινή μεταξύ των υποστηρικτών του, για του λόγου το αληθές, ήταν η διαπίστωση πως η ιστορία και τα πρόσωπα ‘’έμεναν’’ μαζί τους για πολύ καιρό μετά το τέλος, για εβδομάδες ή και μήνες.

Στα συν (πολύ!)

Ναι, η Yanagihara δεν έχει χαρακτηριστικό στυλ όπως ο Hemingway ή ο Fitzgerald. Ούτε τη δεινότητα του Dickens. Αυτό που σίγουρα έχει, όμως, είναι η ικανότητα να ζωντανεύει σε τρομακτικό βαθμό τους ήρωές της. Να σε κάνει να ξεχνάς ή να θυμάσαι ανυπόφορα τη δική σου ζωή, εισβάλλοντας στη δική τους. Να στέκεσαι δίπλα τους, να τους μιλάς, να θέλεις να απλώσεις δειλά το χέρι σου πάνω στο δικό τους.

Και στο πλαίσιο αυτό η συγγραφέας ξεδιπλώνει μια πολύπλευρη παλέτα, με όλα τα μεγέθη της ζωής, σε ένα μείγμα παραμυθιού και νατουραλισμού. Τέχνη, αρχιτεκτονική, μουσική, ιατρική, μαγειρική. Μαθηματική σκέψη, γκαλερί, κινηματογραφικά σενάρια και γυρίσματα και το γραφείο της Εισαγγελίας και μεγάλες δικηγορικές εταιρείες.

Και μετά, το νόμιμο και το ηθικό. Η αγάπη και η αγριότητα. Η κακοποίηση. Η εξάρτηση. Ο αυτοτραυματισμός ως μέσο διαφυγής. Οι ανθρώπινες σχέσεις και τα στερεότυπα των φύλων. Συνειδητά, σε αυτό το κομμάτι, η Yanagihara επέλεξε να κάνει άνδρες τους ήρωές της και να τους φέρει σε αληθινές διαστάσεις. Άνδρες που επιτρέπεται να είναι ευάλωτοι, αδύναμοι, να γίνονται υστερικοί ή κακεντρεχείς, να αισθάνονται ζήλια και όλο εκείνο το φάσμα των συναισθημάτων που παραδοσιακά για χρόνια αποδιδόταν στις γυναίκες.

Και πηγαίνοντάς το ένα βήμα παρακάτω, όλα αυτά εμφανίζονται μέσα στα όρια μιας αληθινής φιλίας. Καταδεικνύει, έτσι, την προσπάθεια, την αφοσίωση και την ενέργεια που απαιτεί μια τέτοια σχέση, τις πράξεις που επισκιάζουν τα λόγια, τη συγχώρεση και τις δυναμικές που αλλάζουν. Και ακόμη, τις ανάγκες που ο καθένας προσπαθεί απεγνωσμένα να καλύψει, την εξάρτηση που μπορεί να προκύψει, τη μετάβαση σε ένα απροσδιόριστο, ενδιάμεσο στάδιο της φιλίας και του έρωτα.

Επίγευση

Όταν τελείωσα το βιβλίο, πρέπει να παραδεχτώ πως δυσκολεύτηκα να προχωρήσω στο επόμενο. Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω πως θα έβρισκα δεύτερο Τζουντ. Σε μια σχετική συζήτηση με ρώτησαν: ‘’Μα καλά πώς σου άρεσε ένα τέτοιο βιβλίο; Έπρεπε να είναι και λίγο αισιόδοξο, δε μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά’’. Και περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Της αλήθειας του τραύματος όπως το βιώνει ο καθένας. Της περιήγησης στην κάθε μέρα, όπου αυτό είναι συνεχώς παρόν, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο. Και της ανόητης κοινωνικής πεποίθησης πως αν δεν είσαι ευτυχισμένος, κάτι κάνεις λάθος.

Σίγουρα υπάρχουν αξιοθαύμαστοι άνθρωποι που κατάφεραν να νικήσουν το τέρας. Όμως, υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που μπορεί να χαθούν στη διάρκεια του αγώνα. Η Yanagihara είπε πως αυτή ήταν η απαρχή του βιβλίου, η ιδέα ενός ανθρώπου που δε γίνεται καλύτερα. Γιατί, δυστυχώς, δεν κερδίζουν όλοι το happy end που επιθυμούν ή τους αξίζει.

Αν πρέπει, τελικά, να κρατήσουμε κάτι θετικό από αυτό το βιβλίο, θα ήταν η ευγνωμοσύνη -για τα μικρά και πολύ περισσότερο για τα μεγάλα. Και η απόφαση του να αποδεχτούμε τον πολύ ή λίγο Τζουντ που κρύβουμε μέσα μας ή που παρατηρούμε στους δίπλα μας. Να μην τον κρίνουμε πολύ αυστηρά, να τον βοηθήσουμε στο μέτρο που μπορούμε, όπως το θέλει εκείνος, όσο είναι εφικτό. Και, τέλος, σε μια παρόμοια ερώτηση ‘’Μα καλά πώς…’’, να σκεφτούμε να απαντήσουμε μόνο, C’ est la vie, που λένε και οι Γάλλοι.

 

 


Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *