CinemaTFCinema

Oι αλήθειες του “The Boys in the Band” είναι επίκαιρες ακόμη και 52 χρόνια αργότερα


Το δημοφιλές θεατρικό έργο του Mart Crowley, με τίτλο The Boys in the Band, έφτασε ως ταινία στο Netflix, δια χειρός Joe Mantello και με πρωταγωνιστές τους Jim Parsons, Zachary Quinto και Matt Bomer.


Η original παραγωγή του The Boys in the Band, που έκανε πρεμιέρα στο Broadway το 1968, ήταν απόλυτα πρωτοποριακή και εμβάθυνε για πρώτη φορά στη ζωή των γκέι ανδρών φέρνοντας τους για πρώτη φορά στο προσκήνιο μια θεατρικής σκηνής. Μάλιστα, λέγεται ότι η συγκεκριμένη παράσταση έπαιξε τεράστιο στην ρόλο στην αφύπνιση της LGBTQ+ κοινότητας στην Αμερική. Αποκορύφωμα ήταν τα γεγονότα του Stonewall στη Νέα Υόρκη ένα χρόνο αργότερα. Από τότε η παράσταση έχει ανέβει ουκ ολίγες φορές στο Broadway. Σημαντικότερη αναβίωσή της ήταν αυτή του 2018, στην 50η επέτειο από το πρώτο ανέβασμα της.

Με ένα καστ γεμάτο ανοιχτά ομοφυλόφιλους αστέρες του σινεμά και της τηλεόρασης, το θεατρικό έργο του Mart Crowley έκανε πάταγο. Έτσι, δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή του Netflix. Με ολόκληρο το καστ της αναβίωσης του Broadway να επιστρέφει για τους ρόλους του στη μεγάλη οθόνη, το The Boys in the Band αποτελεί το απόλυτο highligh της αμερικανικής ομοφυλοφιλικής κοινότητας του προηγούμενο αιώνα. Στο τιμόνι του ο πρωτάρης Joe Mantello, με τον ίδιο τον Mart Crowley να βρίσκεται πίσω από τη μεταφορά του σεναρίου στη μεγάλη οθόνη λίγο πριν τον θάνατο του.

Τι συμβαίνει στο The Boys in the Band

Ο εσωτερικά ομοφοβικός Michael (Jim Parsons) διοργανώνει ένα πάρτι γενεθλίων για τον Harold (Zachary Quinto), έναν φίλο για τον οποίο φαίνεται να μην έχει καλά λόγια να πει. Λίγο πριν αρχίσουν να φτάνουν οι καλεσμένοι, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από ένα συμφοιτητή του στο κολέγιο, τον Alan, ο οποίος βρίσκεται στην πόλη. Τελικά, μετά την άφιξη των υπολοίπων, ο Alan εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση, χωρίς να διευκρινίζει ποτέ γιατί ήταν σε άσχημη κατάσταση στο τηλέφωνο. Η αργοπορημένη άφιξη του Harold θα αποτελέσει έναυσμα για καυγάδες ανάμεσα στην παρέα. Αυτό προτού ο Michael προτείνει στην ομάδα να παίξει ένα παιχνίδι που θα βγάλει στην επιφάνεια τις συναισθηματικές ανασφάλειες όλων των καλεσμένων.

Όσον αφορά το κομμάτι της σκηνοθεσίας και της φωτογραφίας, η ταινία μοιάζει περιορισμένη από την αρχή μέχρι το τέλος της

Η μεταφορά ενός θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη δεν είναι ποτέ εύκολη. Ειδικά όταν αυτό έχει ελάχιστη αλλαγή σκηνικών. Η προσθήκη του καταξιωμένου κινηματογραφιστή Bill Pope (The Matrix, Baby Driver) στην παραγωγή της ταινίας δεν βοήθησε. Κι αυτό γιατί η ταινία εξελίσσεται στο 95% της μέσα σε τέσσερις τοίχους. Το ταλέντο του Pope ήταν υπεραρκετό για τα κοντινά πλάνα στις εκφράσεις και τους μονολόγους των πρωταγωνιστών. Η αισθητική της ταινίας δεν ξεφεύγει από το γεγονός πως αυτή προήλθε από το θεατρικό σανίδι. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που στο τέλος θα πιστέψετε πως οι πρωταγωνιστές θα προχωρήσουν σε υπόκλιση.

Το σενάριο του The Boys in the Band δεν ξεφεύγει από αυτό του θεατρικού έργου. Άλλωστε ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται πίσω και από τα δύο. Παρόλο που οι εποχές είναι διαφορετικές, υπάρχουν πτυχές του που είναι διαχρονικές. Η καρδιά του The Boys in the Band έγκειται στον τρόπο με τον οποίο “χτυπάμε” ο ένας τον άλλον λόγω του πόνου που οι ίδιοι βιώνουμε. Ο χαρακτήρας του Parsons λέει προς το τέλος της ταινίας μια απόλυτα καθοριστική ατάκα. Αυτή είναι που αποδεικνύει και την πραγματική φύση του έργου:

Μακάρι να μη μισούσαμε τους εαυτούς μας τόσο πολύ.

Η φύση του ομοφυλόφιλου άντρα και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην αμερικανική κοινωνία των 60s, στην προ Stonewall εποχή, έχουν σημαντική θέση στην εξέλιξη του θεατρικού έργου. Συνεπώς και στην ταινία. Ωστόσο, η ουσία και το πάθος του σεναρίου βρίσκεται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και την ανάγκη του να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον για να κάνουμε τον εαυτό μας να νιώθει καλύτερα. Ένα ζήτημα τόσο επίκαιρο σήμερα όσο και πριν 50 χρόνια.

Οι ερμηνείες είναι σχεδόν καθολικά εξαιρετικές

Είναι όμως η δουλειά του Jim Parsons που κλέβει την παράσταση. Το συναισθηματικό εύρος και η ευελιξία που δείχνει ο Parsons ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Ο ίδιος αποδεικνύει πως έχει αφήσει χιλιόμετρα πίσω τον νευρωτικό Sheldon του The Big Bang Theory. Από τους υπόλοιπους ξεχωρίζει ο στιβαρός Matt Bomer και ο διασκεδαστικός Robin de Jesus. Ο δεύτερος μάλιστα απέσπασε και υποψηφιότητα για Τony για την ερμηνεία του στο Broadway. Ένα απόλυτα και αρμονικά δεμένο καστ, γεγονός που σίγουρα ευθύνεται και στην συνύπαρξη τους στο σανίδι.

Αφιερωμένο στον δημιουργό του, Mart Crowley, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Μάρτιο, το The Boys in the Band είναι λίγο φλύαρο, ωστόσο προσφέρει καταπληκτικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του. Τα βασικά του θέματα μένουν ανέπαφα και παραμένουν απαραίτητα και επίκαιρα στο σήμερα.

1
Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *