Blog

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι

-Καπάκι μου τελείωσε και γυρισμό δεν έχει

Ολομόναχος τώρα είμαι στη ζωή, στην έρημό μου πια δε βρέχει.

-Τι έγινε βρε Τέντζερη; Και σαματά σηκώνεις;

-Καπάκι μου ολοστρόγγυλο, άκου την ιστορία

που θα σε κάνει να γελάς, όχι από χαρά μα πιότερο από πικρία.

Ήμουν κάποτε, ίσως το ξέρεις, Τέντζερης φίνος, νούμερο πρώτο.

Με βλέπανε οι νοικοκυρές στα ράφια γυαλισμένο

Με λιγουρεύονταν, είναι η αλήθεια, τι τα θες, και μ’ έλεγαν εξελιγμένο.

Δανείζονταν, τότε, στολίζονταν και έσπευδαν να με πάρουν.

Όλο καμάρι με ξετύλιγαν, με έπλεναν τρυφερά, όλο χάδι

Μέσα μου έβαζαν υλικά λογιών λογιών, μέλι, μαστίχα και στραγάλι.

Η πρώτη κρέας με πατάτες, αρνάκι και φακούλα,

Η άλλη σούπα καυτή με μαϊντανό, χαλβά και γαλοπούλα.

Με έκαψε η μία είπα τέλος, αυτό ήταν και θα περάσει

Θα με γιατρέψει και όλα αυτά αύριο θα τα’ χω πια ξεχάσει.

Μα έλα που με έδινε η μια φίλη στην άλλη

Θέση στον πάγκο πια δεν είχα, θέση συγκεκριμένη

Μα μοναχά με αντάλλαζαν κι έγινα μέρος μιας σκοτεινής πολύ νεφέλης.

Έγινα καπάκι μου ένα τίποτα, ένας αγύρτης σκεύος,

Και πάλιωσα και σκούριασα και στράβωσα και έσπασα

Και ούτε να με επισκευάσουν πια δεν ήθελαν,

Να με κρατούν, είπαν, δεν είχαν μέρος.

Έτσι μια μέρα πρωινή, Τετάρτη πρέπει να ‘ταν

Ήρθε ένα χτύπημα μοιραίο, που έμελλε μάλιστα να είναι και το τελευταίο.

Έσπασε το καπάκι μου και δεν ήμουν πλέον χρήσιμος,

Προτίμησαν να με πετάξουν βιαστικά σαν να ‘μουν έγκλημα, κλέφτης, ήταν σου λέω παρεξηγήσιμο.

Γι αυτό κείμαι εδώ χάμω Καπάκι μου, γι’ αυτό κείμαι εδώ χάμω και κλαίω

Γιατί θαρρώ πως τελείωσε πια για μένα της ζωής αυτής το μίζερο το τρένο.

Και αν με ρωτάς τι είν’ άραγε αυτό που με πονάει

Είναι που δεν έχω στην πλάτη μου κάποια συντροφιά, μα μήτε και στο πλάι.

-Άκουσε τέντζερη καλά και πάντα να θυμάσαι

Γι’ αυτό να μη σκοτίζεσαι, σ’ το λέω και μη λυπάσαι

Γιατί όσο υπάρχω εδώ γύρω δίπλα σου τη μοναξιά δε θα φοβάσαι.

Θα γίνω φίλος σου πιστός, τις πληγές σου θα σου κλείσω

Και αν δεν το κάνω αυτό, τουλάχιστον το κενό από πάνω σου θα ‘ρθω να σου γεμίσω.

Έτσι του μίλησε γλυκά, και η στενοχώρια του τέντζερη μεμιάς έγινε καπνός

Καθώς το Καπάκι κύλησε γοργά και ήρθε και κάθισε στο κεφάλι του σαν σκούφος του χειμερινός.

Έτσι «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι»

Και ο κάθε πονεμένος έκτοτε ψάχνει με αληθινό μεράκι

Να βρει ένα δέσιμο γερό, αληθινό και τέτοιο

Που όπως τα χάλκινα έτσι κι οι άνθρωποι αποζητούν, ακούς; Σου το λέω και το ξέρω…

0

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *