ArtMusicPeople

Ο Ερμής γράφει τα soundtracks των αναμνήσεών μας

Ξυπνάς ένα πρωί στο σπίτι σου, μόνος/η ή και όχι, και νιώθει γεμάτος. Νιώθεις πως θέλεις να απορροφήσεις όλο το φως του ήλιου. Να παρατηρήσεις όλους τους ήχους του δρόμου. Να απολαύσεις τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και σίγουρα να ανταλλάξεις όμορφες κουβέντες με κάποιον, έστω τον γείτονα. Σε ένα τέτοιο πρωινό το μόνο που λείπει είναι ο Ερμής, ή μάλλον η μαγική μουσική από το πιάνο του. Όταν τον ανακάλυψα και προσπαθούσα να περιγράψω τα τραγούδια του, αυτό που κατέληγα πάντα να λέω ήταν: “Είναι σαν να έχει γράψει το soundtrack για το ιδανικό πρωινό. Τον ακούω και νιώθω σα να παίζω σε ταινία“.

Ο Ερμής στο Πικ Νικ Urban Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2020

Ο Ερμής λοιπόν έπαιξε και στο Πικ Νικ της Ρωμαικής Αγοράς, όπου τον ακούσαμε πρώτη φορά live. Tον απολαύσαμε σε ένα τελειώς διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που -τουλάχιστον εγώ- είχα συνηθίσει να τον ακούω. Αν και έχει δηλώσει πως είναι εσωστρεφής, μέσα από τα κομμάτια του θα νιώσεις πως τον γνωρίζεις όλο και καλύτερα μιας κι έχουν έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Η φωνή του παππού του, που συνοδεύει το πιάνο θα σε κάνει να έρθεις ένα βήμα ακόμα πιο κοντά σε αυτόν και τον όμορφο κόσμο που έχει δημιουργήσει μέσα από τη μουσική του. Εμείς, επιδιώξαμε να περάσουμε λίγο περισσότερο χρόνο μαζί του μέσα από την παρακάτω συζήτηση.

Πότε και με ποιό τρόπο έγινε η πρώτη σου επαφή με το πιάνο;

Ξεκίνησα να παίζω από σπόντα. Εγώ έπαιζα drums αλλά ξεκίνησα να κάνω ηχητικά εφέ και να παίζω μουσική σε μια θεατρική ομάδα. Είχα τόσα πολλά μικρόφωνα εκεί ανοιχτά που, σκέψου, έπρεπε να προσέχω τι θα φάω ώστε να μη γουργουρίζει το στομάχι μου και ακουστεί. Έκανα τις πόρτες, τα κουδούνια, τα ξύλα, όλα τα ηχητικά εφέ σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις όσο ήμουν και εγώ ακόμη μαθητής.

Στην αίθουσα που κάναμε πρόβες υπήρχε ένα ηλεκτρικό πιάνο, που συμπτωματικά έχω ακριβώς το ίδιο πλέον και στο σπίτι μου, το οποίο όμως ήταν πάντα μοναχικό. Δεν υπήρχε ποτέ κανείς να παίξει. Ήταν εκεί μόνο για γιορτές και για τον δάσκαλο της μουσικής. Στα διαλείμματα από τις πρόβες, λοιπόν, ξεκίνησα να το εξερευνώ. Κυρίως από περιέργεια. Κάποια στιγμή μού ήρθε ένα μικρό μοτίβο στο μυαλό. Το έπαιξα και έτυχε να ταιριάζει και με μια κατασκοπική σκηνή που έπαιζαν τα παιδιά εκείνη την ώρα. Από τότε μου κίνησε την περιέργεια. Επειδή είχα πιάνο στο σπίτι, από την αδερφή μου, την Ελένη, ξεκίνησα σιγά σιγά να το εξερευνώ μόνος μου. Για μένα είναι πολύ συναισθηματικός ο τρόπος που έμαθα πιάνο κι ας μην είναι σωστός.

Μου αρέσει πολύ ας πούμε που στα ελληνικά λέμε “παίζω μουσική”, “παίζω πιάνο”, γιατί όταν είναι παιχνίδι τότε έχει πραγματικό νόημα.

Πότε ξεκίνησες να γράφεις μουσική με τη μορφή που το κάνεις τώρα, σαν μουσικές ιστορίες; Τι σε ώθησε εκεί;

Όλες οι μουσικές ιστορίες που έχω φτιάξει είναι η αποτύπωση μιας συγκεκριμένης στιγμής. Κάτι που μου συνέβη ή κάτι που ήθελα να μετατρέψω σε ήχο. Οι πρώτες μου ηχογραφήσεις ήταν για ένα θεατρικό στην πρώτη Λυκείου, τον Γυάλινο Κόσμο του Tenessee Williams. Εγώ μετά από ένα χρόνο πειραματισμού προσφέρθηκα με μεγάλη αυτοπεποίθηση (γέλια) να γρ’αψω το μουσικό θέμα που ήθελαν για την παράσταση. Με αυτή την αφορμή λοιπόν, κατέβασα για πρώτη φορά το πρόγραμμα που χρησιμοποιώ μέχρι και σήμερα για να παράγω μουσική, ώστε να τους το επικοινωνήσω. Εκεί ανακάλυψα έναν καινούριο κόσμο. Το ότι είχα τη δυνατότητα να συνδυάσω ηχογραφήσεις από το πιάνο και να φτιάξω ένα εντελώς νέο κομμάτι, με είχε συνεπάρει.

Ξεκίνησε σαν παιχνίδι αλλά αργά ή γρήγορα, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, έγινε το ημερολόγιο μου. Μπορεί να πήγαινα σπίτι σκεπτικός και με το κεφάλι φορτωμένο, ωστόσο, παίζοντας και ηχογραφώντας καταλάβαινα τελικά τι μου συνέβαινε και τι ένιωθα. Ακούγοντας τα μετά από καιρό, συνειδητοποίησα ότι πράγματι εξέφραζε σωστά τα όσα ένιωθα. Ήταν καθαρά αυτοβιογραφικά τα κομμάτια μου από 15 χρονών. Ήμουν ένας πολύ ντροπαλός έφηβος που εκμυστηρευόταν όλες του τις ιστορίες στη μουσική και έβαζε επίτηδες ασυνήθιστους τίτλους ώστε να μη τον καταλαβαίνει κανείς.

Όταν, λοιπόν, παίζεις τα κομμάτια σου αναβιώνεις εκείνες τις στιγμές και τις ιστορίες για τις οποίες γράφτηκαν;

Ναι, το νιώθω πάντα. Μπορεί μερικές φορές το χέρι μου να πηγαίνει μηχανικά, αλλά κάθε φορά που το μοιράζομαι με κάποιον, αισθάνομαι την ευθύνη να αναβιώσω τη στιγμή για την οποία το έγραψα. Πάντα με πηγαίνει εκεί. Πιστεύω, μάλιστα, ότι όσο μεγαλώνω τόσο μεγαλύτερη αξία θα αποκτούν τα κομμάτια μου για μένα τον ίδιο. Τα θεωρώ μεγάλη ευλογία.

Θέλεις να μοιραστείς μια από αυτές τις ιστορίες που παίζουν στο μυαλό σου όταν παίζεις κάποιο κομμάτι σου;

Βέβαια. Η Σαΐτα, για παράδειγμα ξεκινάει με ένα ρυθμό του Χατζηδάκι που έχει τρυπώσει στο μυαλό και στις αναμνήσεις μου και μου βγήκε την πρώτη φορά που ξεκίνησα να το παίζω. Οι ρίζες του τραγουδιου είναι στην εποχή του Χατζιδάκι, ίσως και λίγο πιο νωρίς. Φαντάζομαι ένα ψαροχώρι σε κάποιο Κυκλαδίτικο νησί και μέσα σε ένα σπίτι να υπάρχει ένα πιάνο. Όσο παίζει κάποιος, φεύγει μια σαΐτα. Αν παρατηρήσεις προσεκτικά στο κομμάτι , υπάρχει ο ήχος ενός παραθύρου που ανοίγει, του αέρα και του χαρτιού. Αυτή η σαΐτα φεύγει από ένα μπλε παράθυρο και περνάει μέσα από διάφορα σοκάκια. Εκεί υπάρχουν γυναίκες που ετοιμάζονται, παιδιά που παίζουν ανέμελα στην αυλή του σχολείου και άντρες που κάνουν τις δουλειές τους. Η σαΐτα καταλήγει τελικά σε ένα λιμάνι.

Αυτό είναι συμβολικό για εμένα γιατί ξεκινάω από αυτές τις επιρροές που έχω, όπως τον Χατζιδάκι ή τον Λοϊζο και από εκεί χαράζω τον δικό μου δρόμο.

Με τα κομμάτια σου εξάπτεις τόσο τη δική σου φαντασία όσο και των ακροατών. Έχεις λάβει ποτέ ιστορίες ακροατών που εμπνεύστηκαν από τη μουσική σου;

Ναι, και είναι ακριβώς αυτό που με είχε συγκινήσει στην αρχή. Για κάποια άτομα οι ιστορίες αυτές μετατράπηκαν σε κείμενο ή βίντεο. Οι πρώτες θετικές απαντήσεις, δηλαδή, που έλαβα μέσα από τη μουσική μου πρόταση ήταν εικόνες που είχα φανταστεί. Ήταν εικόνες, ποιήματα, καλοκαιρινές αναμνήσεις. Κάτι μαγικό, για παράδειγμα, που συνέβη με τη Σαΐτα είναι το εξής: έλαβα μια μέρα ένα μήνυμα από έναν τότε άγνωστο, πλέον φίλο, τον Βαγγέλη Δόνιο. Εκεί μου έλεγε πως το κομμάτι πήγε αυτόν και τον αδερφό του πίσω στα παιδικά τους χρόνια. Τότε που παίζανε ανέμελοι στη “Χονολουλού”, το οικογενειακό τους εστιατόριο. Μέσα από τη γνωριμία μας και τις όμορφες περιγραφές τους εμπνεύστηκα και τους αφιέρωσα τη Honolulu.

Είναι απίστευτο πώς αυτή η εικόνα που είχα στο μυαλό μου ξύπνησε την ανάμνηση κάποιου άλλου και από εκεί προέκυψε ένα νέο κομμάτι. Η μουσική καταφέρνει τελικά να είναι πολύ μεγαλύτερη από τον δημιουργό της,

Πώς θα ήθελες να ακούνε τη μουσική σου και ποιός είναι ο ιδανικός χώρος για να παίξεις live;

Η αλήθεια είναι πως δε το έχω σκεφτεί ποτέ αυτό. Σίγουρα, όμως αυτό που θα ήθελα είναι να αισθάνεται ο ακροατής μια οικειότητα όταν ακούει τα κομμάτια μου. Το καλύτερο περιβάλλον μάλλον είναι αυτό που ο καθένας αισθάνεται πιο άνετα. Θα μου άρεσε πάρα πολύ να παρουσιαστεί η μουσική μου σε έναν μεγάλο αρχαίο χώρο, όπως ήταν η Ρωμαϊκή Αγορά. Στη πραγματικότητα, όμως, αυτή η μουσική φτιάχτηκε για να συνοδεύσει καθημερινές στιγμές από τις οποίες εμπνέεται κιόλας. Στον πρωινό καφε, σε μια παραλία ξυπόλητος, όταν κάνεις όνειρα, οπουδήποτε αισθάνεσαι την ασφάλεια να αντέξεις τις δικές σου πιο βαθιές σκέψεις. Όσο για τα live, νομίζω ένα εξωτερικός χώρος εξυπηρετεί καλύτερα αυτό που θέλω, να νιώσει κανείς οικεία και άνετα. Αυτό που μπορώ να φανταστώ ως ιδανικό θα ήταν να είναι ένας χώρος πολύ ανοιχτός και κοντά στη θάλασσα.

Πώς έχει επηρεαστεί η μουσική σου από τον παππού σου τον οποίο ακούμε και να απαγγέλει;

Η μουσική μου ουσιαστικά είναι αυτή που ενώνει εμένα με τον παππού μου. Γι’αυτό το λόγο με συγκινεί αφάνταστα όταν κάποιος νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί ένα κομμάτι μου με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Ο παππούς μου ήταν δάσκαλος και διευθυντής σχολείου. Αγαπάει τα γράμματα και ξέρω πως τον χαροποιεί να γράφει. Ξέρω, όμως, πως δεν είχε πολλές δικαιολογίες να γράφει, ειδικά τον τελευταίο καιρό.

Όταν άκουσα και πάλι το Σύννεφο σε μεγαλύτερη ηλικία, του πρότεινα να το ακούσει κι αν θέλει να γράψει κάποιο ποίημα για να το συνοδεύσει. Φαντάσου πως ο παππούς μου κοιμάται συνήθως στις 9 και εκείνη την περίοδο με έπαιρνε τηλέφωνο στις 12 το βράδυ με τρομερή αγωνία να μου πει τους στίχους που έγραψε, να μοιραστεί τους προβληματισμούς του. Είχε ενθουσιαστεί απίστευτα. Μου έγραψε ένα ωραιότατο μεγάλο ποιήμα, το οποίο έχω και ηχογραφημένο. Αυτό, όμως, που τελικά συνόδευσε το κομμάτι μας είναι μερικά λόγια πάνω σε μια κουβέντα μας μια μέρα που τον είχα επισκεφθεί. Μου άρεσε τόσο, γιατί τελικά είναι ποιητής στην καθημερινότητα του.

Το μπλε πιάνο έχει γίνει πλέον χαρακτηριστικό σου. Ποιά είναι η ιστορία του;

Με αυτή σου την ερώτηση, να ξέρεις, θα με κάνεις να παραδεχθώ ένα έγκλημα που διέπραξα. Αν διαβάσει το άρθρο αυτό ο χορδιστής μου, του οφείλω μια συγγνώμη. Η ιστορία είναι πως βρήκα αυτό το πιάνο κοντά στη γειτονιά μου και πολύ σύντομα το αγόρασα. Όταν κάλεσα χορδιστή στο studio ήταν σαν τη σκηνή από τις Αριστόγατες, όπου ο Διονύσιος περιγράφει στον Νιόνιο μόνο από το τρίξιμο των παππουτσιών ακόμα και το μεγεθός τους. Ο κύριος αυτός, λοιπόν, ούτε να το δει δε χρειαζόταν και ξεκίνησε να λέει: “Ρωσικό…του ’60… είσαι πάρα πολυ τυχερός, είναι πάρα πολύ καλό να το προσέχεις“. Μου είπε μάλιστα να μη το μετακινήσω καθόλου μέχρι το επόμενο κούρδισμα. Και εγώ, μόλις εκείνος έφυγε, πήγα το έβαψα μπλε και το μετακίνησα 3 ολόκληρα μέτρα. Μετά από αυτό, δεν είχα τα κότσια να τον ξανακαλέσω.

Για εμένα, όμως, ένα πιάνο μπλε έχει πολλή περισσότερη μουσική από ένα πιάνο κουρδισμένο. Έχει χαρακτήρα και έχει κάτι να πει μέσα από αυτό το χρώμα. Μου αρέσει που έχει τα ελαττώματα του, είναι το μπλε πιάνο μου, είναι το πιάνο που με ηρεμεί. Δε θα το άλλαζα με τίποτα.

15
Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *