BookTypewriter

Όλα τα ωραία άρχισαν μετά

Συντάκτρια: Αθηνά Γιαντσίδη

”Δεν μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα. Είναι καθορισμένη, κατάλαβες; Σαν τον καιρό”, λέει κάποια στιγμή ένας από τους περαστικούς χαρακτήρες του βιβλίου του Simon Van Booy ”Όλα τα ωραία άρχισαν μετά” (εκδόσεις: Πατάκη, μετάφραση: Μαρία Φακίνου). Η αλήθεια είναι πως όσο και αν προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτά που σε βασανίζουν και σε κρατούν στατικό, αν τα κουβαλάς μαζί σου, δεν έχει τελικά και τόση σημασία πού θα καταλήξεις.

Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου κάπως τυχαία, αν και μάλλον καταχρηστικά χρησιμοποιώ τη λέξη. Χωρίς να το έχω δει πουθενά, να έχω διαβάσει ή ακούσει γι΄αυτό, παρά μόνο μέσω μιας πρότασης, που, ευτυχώς, εμπιστεύτηκα.* Γιατί πρόκειται για ένα εκπληκτικό βιβλίο- ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό από την αρχή. Και, ενώ απόλαυσα ειλικρινά την ανάγνωσή του, το τέλος του ήρθε, συμπτωματικά, αλλά από τις συμπτώσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς και να αναρωτιέσαι για ένα σωρό πράγματα, μαζί με το τέλος της ζωής μιας κοπέλας, που εγώ, όπως και πολλοί υποθέτω, γνώριζαν μόνο μέσω της ευφυΐας του Γιώργου Λάνθιμου (και επ’ αυτού δυσκολεύομαι να δεχτώ αντιρρήσεις) και της τόσο αληθινής και, συχνά, σκοτεινής φωνής της ως μέλος των Mary and the Boy (Mary and the Boy – Simon Van Booy, απλώς ένα ρυθμικό και ακουστικό παιχνίδισμα που δίνει ένα λίγο ανατριχιαστικό bonus στις συμπτώσεις).

Και δεν έχουν σημασία όλα τα ”πώς συνέβη” και ”γιατί συνέβη”, χωρίς να σημαίνει αυτό, βεβαία, πως δαιμονοποιούμε καταστάσεις, γιατί αυτό το κορίτσι φαινόταν, όπως λένε κοντινά της πρόσωπα, να κουβαλά βάρη που δε μπορούσε να ξεφορτωθεί, να δυστυχεί όταν θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένη. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν θα μπορούσαν να πάρουν μια εντελώς διαφορετική τροπή τα πράγματα ή  αν μπορούσε εκείνη να σπάσει έναν κύκλο δύσκολων καταστάσεων – όποιες κι αν ήταν αυτές για την ίδια ή για τον καθένα. Η τρομακτική αυτή όμως είδηση, σε συνδυασμό με τους προβληματισμούς περί της μοίρας και του αναπόφευκτού της, την κατέστησαν, στα μάτια μου, μια πραγματική απεικόνιση των ηρώων του βιβλίου. Και θα δούμε παρακάτω το γιατί.

 

Το βιβλίο

Ο Simon Van Booy, κάτοχος του Frank O’Connor International Short Story Award, του σημαντικότερου, ίσως, βραβείου διηγήματος,έκανε μια εξαιρετική αρχή στον τομέα του μυθιστορήματος με το ” Όλα τα ωραία άρχισαν μετά”. Μεγαλωμένος στην Ουαλία, αλλά έχοντας ζήσει σε διάφορα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας, όπου έγραψε το πρώτο του βιβλίο, βίωσε την απώλεια σε όλη της τη συντριπτική έκταση, όταν έχασε τη σύζυγό του και μητέρα της κόρης τους. Αυτό το βιβλίο αποτέλεσε για εκείνον μία δίοδο προς τη μέση ηλικία και του έδωσε την ευκαιρία να αντιμετωπίσει δύσκολα  αδιέξοδα, να ξεμπλέξει συναισθηματικούς κόμπους, να ελευθερωθεί. Το ενδιαφέρον είναι, ωστόσο, πως διαχωρίζει αυτή τη λυτρωτική επίδραση που μπορεί να έχει η εμπλοκή με ένα θέμα προσωπικά επίπονο για τον καλλιτέχνη, από το ίδιο το έργο. Και αυτό, νομίζω, πως λέει πολλά για αυτόν τον απίθανο άνδρα, που μοιάζει, παρεμπιπτόντως, με μια καλογυαλισμένη, κολεγιακή εκδοχή του Johnny Depp – αν έχετε το χρόνο, βρείτε μια συνέντευξη και ακούστε τον να μιλά. Η ευγένεια και η χάρη που εκπέμπει  δε θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζονται καλύτερα μέσα στις λέξεις του βιβλίου του.

Δε θα πω  πολλά για την πλοκή, αντιγράφω μόνο από το οπισθόφυλλο:

Η Ρεβέκκα είναι νέα, χαµένη και όµορφη. Μια χαρισµατική ζωγράφος που αναζητά παρηγοριά και έµπνευση στον µεσογειακό καύσωνα της Αθήνας, προσπαθώντας να καταλάβει ποια είναι και πώς να αγαπήσει χωρίς φόβο. Ο Τζορτζ έχει έρθει στην Αθήνα για να µάθει αρχαίες γλώσσες έχοντας µεγαλώσει σε οικοτροφεία της Νέας Αγγλίας και στα καλύτερα αµερικάνικα πανεπιστήµια. Χωρίς να διατηρεί στενές σχέσεις µε κανέναν, περνά τις µέρες του σκυµµένος πάνω από βιβλία ή περιπλανιέται στην πόλη µες στον λήθαργο της µέθης. Ο Χένρυ βρίσκεται στην Αθήνα για ανασκαφές. Ένας προικισµένος νεαρός αρχαιολόγος, ο οποίος αποκαλύπτει µε αφοσίωση το παρελθόν της πόλης ως έναν τρόπο για να ξεφύγει από το δικό του, που φέρει ένα µυστικό για το οποίο ούτε καν οι στοργικοί γονείς του δε µιλούν… Και τότε, µε µια σειρά τυχαίων συναντήσεων, η Ρεβέκκα, ο Τζορτζ και ο Χένρυ βρίσκονται ξαφνικά στην ίδια τροχιά, οι ζωές τους γίνονται πιο χαρούµενες και φωτεινές, καθώς βουτούν ορµητικά σε ένα καλοκαίρι που θα τους καθορίσει για πάντα στα χρόνια που θα έρθουν…

 

Να το διαβάσω;

Μην ξεγελαστείτε, δεν είναι καθόλου μια απλή συναισθηματική ιστοριούλα, γεμάτη ερωτικά τρίγωνα και επιφανειακά, ψευτοσκανδαλώδη χάχανα. Στην πραγματικότητα, δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο.

Πρόκειται για μια ιστορία τρυφερή, μα και πολύ επώδυνη, μια ποιητική αναπαράσταση της πραγματικότητας, που δε στερείται ούτε λυρικών στοιχείων, αλλά ούτε και ρεαλισμού. Οι ήρωες, σε μια διαρκή αναζήτηση του εαυτού τους, καλούνται να προσαρμοστούν ο καθένας στη νέα του καθημερινότητα, που καμία σχέση δεν έχει με την προηγούμενη ζωή τους. Και, ενώ αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να αποβεί ευεργετική για τους ίδιους -και πράγματι, η ευτυχία τους βρίσκει στιγμιαία- το παρελθόν τους πάντα παραφυλά σε κάποια γωνιά. Ανακαλύπτουν την ομορφιά της πόλης και των ανθρώπων της, χωρίς να παραλείπεται και η αναφορά  στα μεμπτά της, ερωτεύονται δυνατά και ολόψυχα, με αυτό το μαγικό σχεδόν τρόπο που καταφέρνει να μαλακώσει την καρδιά και τις πληγές της, δημιουργούν απροσδόκητες φιλίες, ρίχνονται με πάθος σε αυτό που αγαπούν. Και όταν, επιτέλους, φτάνουν κοντά σε ένα είδος κάθαρσης, εκεί που διαφαίνεται η ελπίδα να απαλλαγούν από αυτά που προσπαθούσαν να αφήσουν πίσω, τα οποία, ωστόσο, ουδέποτε τους εγκατέλειψαν, αφού με κάθε ευκαιρία εμφανίζονταν για να γρατσουνίσουν το παρόν τους, ο κόσμος γκρεμίζεται. Και η ζωή, αν συνεχίσει να υπάρχει, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.

Η γραφή του Van Booy θα σας συναρπάσει. Γοητευτική και προσεγμένη, αποπνέει μια αύρα άλλης εποχής, όπως και ο ίδιος, χωρίς ποτέ να γίνεται επίδειξη της καλλιέπειας του συγγραφέα. Κάθε λέξη βρίσκει ακριβώς τη θέση και την υπόσταση που της ταιριάζει, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που σε παρασύρει να βυθιστείς μέσα της. Και είναι εκπληκτικό πώς μπορεί να συνδυάσει και τα δύο˙ την ανάγκη να  απολαύσεις κάθε μία από τις 427 σελίδες του με προσοχή, παίρνοντας το χρόνο σου για να εκτιμήσεις το κείμενο και να αναρωτηθείς πάνω σε όσα αναδύονται από αυτό, και ταυτόχρονα την αδημονία να φτάσεις παρακάτω, αφού εκεί που ησυχάζουν τα πράγματα, κάτι θα βρεθεί να για να προκαλέσει νέες αναταράξεις.

Θα προδώσω μόνο ένα από τα αγαπημένα μου σημεία, το κεφάλαιο πενήντα, όπου ένας από τους ήρωες, έχοντας χάσει κάθε προοπτική, βρίσκεται στο σημείο όπου αναγκάζεται να βρει καινούργια αφετηρία. Η νέα ζωή, λοιπόν, που περιγράφει αποτελεί μια απελπιστική πορεία συμβιβασμών και εξαναγκασμού στο να προφτάσεις την καθημερινότητα, να κρατηθείς, να ζήσεις όλα αυτά που πρέπει οι άνθρωποι να ζουν, ενώ, βυθίζεσαι σε ένα λήθαργο υποτιθέμενης ευτυχίας.

”Κανείς δεν θα ξέρει ότι στην πραγματικότητα είσαι μεγάλος, ένας κατεστραμμένος άνδρας με μια θλίψη τόσο βαθιά που μοιάζει με ακλόνητη δύναμη. Και όταν κάποιος σε πλησιάζει με άσκημα νέα- ο παππούς του, μια θεία με καρκίνο, ένας ξάδερφος ξαφνικά ένα πρωί με το αυτοκίνητο-  θα πρέπει να υποκρίνεσαι οποιαδήποτε αντίδραση πέρα από την αδιαφορία.”

Και, όμως, είναι αξιοθαύμαστο το πόσο αισιόδοξο είναι αυτό το βιβλίο. Σε βοηθάει να συνειδητοποιήσεις ότι, ενώ τα βιώματά σου οπωσδήποτε σε επηρεάζουν, συχνά μάλιστα σε στιγματίζουν, δεν είναι όμως απαραίτητο να σε καθορίσουν. Τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο, αν δεν το θελήσεις, και αν φυσικά δεν καταβάλλεις υπεράνθρωπη προσπάθεια για να το αλλάξεις.

Έτσι, αναλογιζόμενη τη Μαίρη που τόσο άδικα έφυγε, και όλους όσους βρίσκονται ή θα βρεθούν στην ίδια θέση, θα μπορούσα μόνο να σκεφτώ: ”Κάνε κουράγιο, γιατί όλα τα ωραία αρχίζουν μετά”.

 

*Σε όσους μας δείχνουν καλά βιβλία και καλή μουσική οφείλουμε να αποδίδουμε – όχι να χρωστάμε- ένα ειδικό είδος ευγνωμοσύνης. Γι’ αυτό κι εγώ χαίρομαι όταν πρέπει να πω τέτοια ειλικρινή ”ευχαριστώ”.

 


0
Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *