BookTypewriter

Χρήστος Μαγκούτης-Τόμοβιτς, Διάλογος με έναν ποιητή

Συντάκτρια: Σοφιανού Θεοφανία

  Φωτογραφία: Κισσά Ολυμπία

 Στην Ελλάδα της κρίσης, όπου οι θεμελιώδεις αξίες ευτελίζονται στον βωμό του φαίνεσθαι και του χρήματος, είναι σπάνιο να γνωρίσεις ανθρώπους που να διαφέρουν από τη μάζα. Ένα τέτοιο άτομο είχα την τύχη να γνωρίσω και να συζητήσω μαζί. Θα σας μεταφέρω, λοιπόν, τα όσα ειπώθηκαν- ή και όχι!

Ο Χρήστος Μαγκούτης-Τόμοβιτς, στο 21 έτος της ηλικίας του σπουδάζει στο Τμήμα Χημείας του ΑΠΘ, ενώ έχει ήδη εκδόσει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Πάντα υποστήριζα ότι η τέχνη δεν γνωρίζει ηλικία, έχοντας ως ζωντανό παράδειγμα το έμφυτο ταλέντο της αδερφής μου στο ελεύθερο σχέδιο, ενώ τώρα έχω μπροστά μου και δεύτερο, τον Χρήστο. Ελπίδα υπάρχει ακόμα, όσο κρατάς την σπίθα μέσα σου αναμμένη και το μυαλό σου ενεργό! Διάλογος με έναν ποιητή σε δύο τσιγάρα λοιπόν:

Συνέντευξη

Ε: Πώς πήρες το θάρρος στην Ελλάδα της κρίσης -το 2016- να εκδόσεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή;

Α: Κοίταξε, δεν θα το χαρακτήριζα τόσο θάρρος, όσο εσωτερική μου ανάγκη. Πρώτα απ’ όλα η ποίηση δεν πουλάει, έτσι; Άρα, τα άτομα που γράφουν ποίηση ή που εκδίδουν ένα βιβλίο ποίησης δεν το κάνουν για το κέρδος. Το κάνουν ξεκάθαρα γιατί υπάρχει μία βαθύτερη ανάγκη. Από την άλλη, πιστεύω πως είναι μία τραγωδία η ποίηση να μένει κλεισμένη σε συρτάρια και σε ξεσκισμένα χαρτιά, σε τενεκέδες. Όταν γράφεις, σημαίνει ότι σε κάποιον απευθύνεσαι. Κάτι θέλεις να πεις και να προκαλέσεις κάποια συναισθήματα. Αυτά που βίωσες εσύ, να τα βιώσει και ο άλλος μέσω των λέξεών σου.

Ε: Ποιά είναι η άποψη σου για το e-book;

Α: Καταρχάς είναι θέμα αισθητικής. Πολλές φορές ένα στιχάκι είναι πολύ πιο όμορφο στον τοίχο, παρά σε ένα βιβλίο. Και υπάρχει και το αντίστροφο, ότι είναι πολύ πιο οικείο το να πιάνεις στο χέρι σου το χαρτί, να το νιώθεις, να το μυρίζεις. Πιστεύω όλοι το κάναμε αυτό από παιδιά όταν αγοράζαμε κάποιο βιβλίο. Δεν μπορεί αυτό να συγκριθεί με τη ψυχρή οθόνη του υπολογιστή.

Ε: Το ποίημα ειδικά χάνει την αίγλη του σε ηλεκτρονική μορφή;

Α: Ειδικά η ποίηση είναι θέμα αισθητικής. Παίζει πολύ σημαντικό ρόλο το είδος του χαρτιού, η γραμματοσειρά, το μέγεθος του βιβλίου… Όλα παίζουν ρόλο. Έχω συγκεκριμένα ένα βιβλίο του Λειβαδίτη στο σπίτι μου, το οποίο είναι τεράστιο. Κάθε ποίημα σε αυτό είναι το πολύ δύο στίχοι. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι σπατάλη χαρτιού, παραταύτα η αισθητική που βγάζει αυτό στο μάτι, τέρπει τον οφθαλμόν! Γενικότερα πιστεύω ότι στην οθόνη κάτι χάνεται από αυτή τη μαγεία της ποίησης.

Ε: Πόσα ποιήματα περιλαμβάνει η συλλογή σου;

Α: Περιλαμβάνει 43 ποιήματα. Είναι μία σχετικά μεγάλη ποιητική συλλογή, αλλά για κανέναν λόγο δεν θα μπορούσα να βγάλω ούτε ένα, καθώς το κάθε ένα παίζει τον ρόλο του στον σκοπό του κειμένου. Όπως γράφω και στην αρχή του κειμένου, αυτό το βιβλίο έχει μία συγκεκριμένη στόχευση, να προκαλέσει μία εσωτερική επανάσταση στο άτομο. Πιστεύω, λοιπόν, ότι το κάθε ένα ξεχωριστά από αυτά τα ποιήματα, ξεκλειδώνει ένα συγκεκριμένο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου. Επομένως, θεωρώ ότι το “μεγάλη ποιητική συλλογή” δεν λέει κάτι. Δεν είναι ούτε λίγο, ούτε πολύ. Είναι just.

Ε: Άρα πιστεύεις στο βιβλίο! Θεωρείς ότι η τεχνολογία σκοτώνει τη λογοτεχνία;

Α: Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία πεθαίνει. Μάλιστα, τις προάλλες διάβασα ένα άρθρο, που λέει ότι στην Ελλάδα όλα παρακμάζουν, εκτός από την ποίηση. Στο κομμάτι αυτό ειδικά, έχουμε μία απίστευτη άνοδο και αυτό, όχι μόνο ως προς την αύξηση του αριθμού των νέων συγγραφέων, όσο και στην αύξηση των ανθρώπων που διαβάζουν ποίηση. Πλέον, βλέπεις κόσμο που δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την ποίηση να “ποστάρει” στα social media ένα στιχάκι, να τον ιντριγκάρει. Οπότε, θέλω να πιστεύω ότι, ασχέτως με την κρίση, η ανάγκη για λογοτεχνία ανθεί.

E: Το ΑζεοτροπικόΝ τι σημαίνει;

Α: Ωωω, αυτό είναι ένα κεφάλαιο από μόνο του. Είναι χημικός όρος και θα προσπαθήσω όσο πιο σύντομα να γίνει ο σχολιασμός. Χρησιμοποιείται στη διαδικασία της απόσταξης. Στην ουσία είναι ένα μιξ, το οποίο το φτιάχνει ο χημικός, γιατί θέλει να πετύχει έναν απώτερο σκοπό. Ας μην μπούμε στην ανάλυση αυτού του σκοπού. Το ίδιο κάνει σε αυτό το σημείο και ο ποιητής -άμα μου επιτρέπεται αυτή η υπερβολή. Προσπαθεί να πετύχει με αυτήν τη συλλογή, έναν απώτερο σκοπό. Συγκεκριμένα προσπαθεί να δείξει τον τρόπο σκέψης του, τα συναισθήματά του και να προκαλέσει μία εσωτερική επανάσταση στο άτομο μεσώ της λογικής και μέσω του συναισθήματος!

Ε: Και το Α και Ν κεφαλαίο σημαίνουν κάτι;

Α: Αν τα βάλεις μαζί δημιουργούν το ΑΝ. Στην αρχή ξεκίνησε ως αισθητικό κομμάτι, αλλά στην πορεία κατάλαβα ότι έχει μια πολύ βαθύτερη έννοια. Όλο το βιβλίο λέει στην ουσία “Τι αν ήτανε ο κόσμος…”. Ο ίδιος ο πρόλογος λέει ότι δείχνει μία νέα πορεία αυτό το βιβλίο, μακριά από τις νόρμες που έχουμε συνηθίσει και βολευόμαστε σε αυτές και προκαλεί την απορία στον αναγνώστη. Άρα, μόνο και μόνο άμα προβληματιστεί το άτομο, ο ποιητής έχει πετύχει τον σκοπό του και μπορεί να κοιμάται ήσυχος τα βράδια.

Ε: Όπως έχω παρατηρήσει όμως, οι ηλικίες 18-25, σήμερα απέχουν από τη λογοτεχνία. Θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε το ισχύον εκπαιδευτικό σύστημα γι’ αυτό το φαινόμενο;

Α: Εννοείται ταυτίζομαι με αυτή τη θέση. Πρώτα απ’ όλα, είναι πάγια στάση μου ότι ευνουχίσαμε την παιδεία στον βωμό της εκπαίδευσης. Άρα, πολύ απλά, όταν κάναμε το μάθημα της λογοτεχνίας ας πούμε, αντί να μας εμπνέει να διαβάζουμε καινούρια κείμενα, νέους συγγραφείς και να αντλούμε πληροφορίες, αντί ο καθηγητής να σου πει “Τι σου έβγαλε αυτό που διαβάσαμε; Τι εικόνες, τι συναισθήματα, τι σκέψεις;”, σου λέει “Ποιά είναι η γλώσσα; Ποιά είναι η δομή;” και αυτό από μόνο του μπορεί να προκαλέσει αποστροφή. Συγκεκριμένα, εγώ ήμουν της θετικής κατεύθυνσης, αλλά έβλεπα τις φίλες μου της θεωρητικής τι αποστροφή τους δημιουργούσαν κορυφαίοι λογοτέχνες, μόνο και μόνο επειδή έπρεπε να ξέρουν απ’ έξω το κείμενο και την ανάλυση. Όπου στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ανάλυση σωστή, πλην αυτή του ίδιου του συγγραφέα. Επομένως, αυτά που αποστήθιζαν και αποστηθίζουν τα παιδιά, ενδεχομένως να απέχουν μακράν από την αλήθεια.

Ε: Πώς έχει επηρεάσει αυτό τον σύγχρονο άνθρωπο;

Α: Έχουμε μάθει στην ευκολία. Η νέα γενιά έχει συνηθίσει να βλέπει την εικόνα, το βίντεο, το άρθρο, το wikipedia και να μην ψάχνει παραπέρα. Θέλουμε όλα να είναι εύκολα. Θέλουμε το fast food, το delivery, τον στιγμιαίο καφέ και έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει το να επενδύεις χρόνο σε κάτι. Ο χρόνος που επενδύεις σε κάτι επιστρέφει πράγματα πίσω. Δυστυχώς, έχουμε χάσει επίσης τους ήρωές μας. Δηλαδή παλιότερα, ενέπνεε η εικόνα ενός συγγραφέα, ενός ανθρώπου των γραμμάτων και των τεχνών. Στις μέρες μας αυτό που πουλάει είναι το εμπορικό κομμάτι είτε του αθλητισμού, είτε του τραγουδιού, και συγκεκριμένα η ομορφιά των τραγουδιστών και όχι το είναι τους. Επομένως, εμμένουμε στο φαίνεσθαι και παραγκωνίζουμε τελείως το είναι.

Ε: Η αγάπη σου για το βιβλίο ξεκίνησε από την οικογένεια;

Α: Θα σου πω! Για εμένα είναι πολύ θεμελιώδες, το παιδί να έχει από τη μικρή του ηλικία παράδειγμα για να αγαπήσει το βιβλίο. Εγώ ήμουν σε πολύ ευνοϊκή θέση.  Οι παππούδες μου στη Σερβία- είμαι μισός Έλλην και μισός Σέρβος-, είναι άνθρωποι των γραμμάτων και λατρεύουν τη λογοτεχνία. Θυμάμαι τον εαυτό μου από παιδί να πηγαίνω στο κρεβάτι τους να τους καληνυχτίσω, και να είναι και οι δύο με τις λάμπες από πίσω να καίνε και ο καθένας με ένα βιβλίο στο χέρι. Αυτή η εικόνα μου προκαλούσε ένα τέτοιο δέος, που μπήκα στη διαδικασία να αναρωτηθώ ότι για να το κάνουν, κάτι υπάρχει εκεί πέρα. Έτσι ξεκίνησα λοιπόν να διαβάζω και είδα ότι μου άρεσε.

Ε: Τι θα έλεγες σε έναν μη βιβλιοφάγο για να τον πείσεις ότι για τη λογοτεχνία αξίζει κάποιος να αφιερώσει χρόνο;

Α: Ότι μιάς και χρησιμοποίησες τον όρο βιβλιοφάγος, θα του έλεγα ότι τρώγοντας έρχεται η όρεξη!

Ε: Θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου ποιητή;

Α: Ω, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ε, όχι. Πρώτα απ’ όλα πιστεύω πως έναν άνθρωπο τον χαρακτηρίζουν οι άλλοι, αλλά πρωτίστως τον χαρακτηρίζει το σημάδι του σε βάθος χρόνου. Δηλαδή, εάν καταφέρει το έργο μου, αν συνεχίσω όλη μου τη ζωή να έχω έναν τέτοιο τρόπο ζωής και να γράφω, να εμπνεύσει ανθρώπους και να το αγκαλιάσει ο κόσμος, τότε πάει να πει ότι κάνω κάτι ενδεχομένως σωστό. Άρα, θα  μπορούσα μελλοντικά να χαρακτηριστώ έτσι από άλλους, αλλά δεν θα μπορούσα επ’ ουδενί να πω για τον εαυτό μου ότι είμαι ποιητής, και ας είχα εκδόσει και 100.000 ποιητικές συλλογές, δεν λέει τίποτα.

Ε: Δεν νιώθεις δέος να χαρακτηριστείς ως ποιητής δεδομένου ότι συνάδελφοί σου θα είναι μεγάλοι άνθρωποι όπως Ελύτης, Ρίτσος κτλ.;

Α: Πρώτα απ’ όλα δεν είναι ανταγωνισμός. Να το θέσουμε αυτό ως θεμελιώδες σημείο. Δεν είναι σκοπός να πεις ότι έχω καλύτερη ποίηση, σκοπός είναι να κάνεις αυτό που σου αρέσει, και αν η λογική σου και το συναίσθημά σου συμβαδίζει με άλλων ανθρώπων, τότε έχεις πετύχει. Μου αρέσει πολύ αυτή η ρήση του Καζαντζάκη που λέει ότι “χρέος του πνευματικού ανθρώπου είναι να ουρλιάζει στην έρημο.” Ένας αν σε ακούσει, και αντιληφθεί αυτά που λες, τότε είναι κέρδος για τον ίδιο και ενδεχομένως για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Ε: Η ποίησή σου είναι διαχρονική ή σχολιάζει το παρόν;

Α: Πάρα πολλές φορές αφορμώμενος από πράγματα και γεγονότα που διαδραματίζονται τριγύρω γράφω γι’ αυτά τα σκηνικά. Όμως, αυτά τα σκηνικά έχουν ένα μοτίβο καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Επομένως, θέλω να πιστεύω ότι αν γράψω ένα ποίημα για μία πορεία που έγινε σήμερα, ενδεχομένως να προκαλέσει το ίδιο ακριβώς συναίσθημα σε έναν άνθρωπο που θα το διαβάσει μετά από εκατό χρόνια, γιατί θα συνεχίσει να υπάρχει αδικία στον κόσμο, θα συνεχίσει να υπάρχει φτώχεια, πόλεμοι, πείνα κτλ. Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν κάνουν κάτι για να τα αλλάξουν αυτά. Δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι πεσιμιστής. Ακριβώς επειδή είμαι ρεαλιστής, βλέπω τον τρόπο που αντιδρούν τα άτομα και απλώς αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η συνθήκη, αυτό το μοτίβο πραγματικά διαιωνίζεται και αυτό το λέω μετά λύπης μου.

 Ε: Είναι η τέχνη βατή για όλους;

Α: Όχι κατ’ ανάγκη. Είναι ρεαλιστική! Το θέμα είναι ότι ο ρεαλισμός δεν σημαίνει ότι δεν έχει από μόνος του μία πολυπλοκότητα στο ίδιο του το είναι. Μάλλον ο ρεαλισμός είναι που εμπεριέχει όλη την πολυπλοκότητα του κόσμου, αλλά είναι διαφορετικό το να εμμένω στο να περιπλέκω τα πράγματα με το να προσπαθώ να περιγράψω κάτι “κομπλικέ”.

Ε:  Θα συμφωνούσες στη ρήση ότι “η λογοτεχνία και ειδικά η ποίηση ενέχει μία δική της μελωδία”;

Α: Όταν λέμε μελωδία, πολλοί το συγχέουν με την ομοιοκαταληξία, ενώ αν παρατηρήσεις στα έργα των Αρχαίων Ελλήνων, υπήρχε μόνο το μέτρο. Σε κάθε είδους τέχνη υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός και ένα μέτρο, το οποίο είναι και αυτό που εμπνέει. Επομένως, στη σύγχρονη ποίηση, που δεν υπάρχει τόσο συχνά το φαινόμενο της ομοιοκαταληξίας, αυτός ο εσωτερικός ρυθμός -που πιστεύω σε αυτόν-, είναι αυτό που πείθει κάποιον να αγαπήσει το κομμάτι που διαβάζει και που του προκαλεί ανάλογα συναισθήματα!



0
Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *