Theater

Τα «Ορφανά» , όπως τα απολαύσαμε στο φουαγιέ της ΕΜΣ και όπως μας μίλησε γι’ αυτά ο ηθοποιός Χρήστος Διαμαντούδης

Συντάκτρια: Χριστίνα Χαλκιά

Μέχρι πού φτάνουν τα όρια που ο καθένας θεωρεί πως έχει σαν άνθρωπος και πόσο εύκολα μπορεί αυτή η θεώρηση να αλλάξει μέσα σε μία νύχτα;  Τα Ορφανά, του Ιρλανδού συγγραφέα Ντέννις Κέλλυ, η νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ,  καταρρίπτει τις απόλυτες θέσεις και αποδεικνύει πως η αυτογνωσία είναι τόσο ρευστή όσο ευμετάβλητα είναι και τα ανθρώπινα όρια. Μια παράσταση που δεν πρέπει κανείς να χάσει.

Ένα δείπνο, μία ακόμη μέρα φτάνει στο τέλος της για να ξεκινήσει μια μεγάλη νύχτα που θα επαναπροσδιορίσει και θα καθορίσει τις ζωές τριών ανθρώπων. Ένα ζευγάρι -ένας άνδρας, μία γυναίκα- και ο αδερφός της, συγκρούονται με τους εαυτούς τους και μεταξύ τους. Πρόκειται για σύγκρουση κοινωνικών αξιών και οικογενειακής αφοσίωσης, όταν το έγκλημα περνά το κατόπι του σπιτιού τους. Ως ποιό σημείο μπορεί να φτάσει κανείς από αγάπη και χάριν της προστασίας των οικείων του; Μπορεί να βάλει στην άκρη τα προσωπικά του πιστεύω και να συγχωρέσει, να συγκαλύψει, να συμμετάσχει ακόμη και στις χειρότερες πράξεις; Τα Ορφανά εξετάζουν την ανθρώπινη αντοχή και ανοχή απέναντι στην παραβατικότητα, τη βία και το ρατσισμό, κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες. Διερευνούν το κατά πόσο δικαιολογείται η ηθική πτώση, από προσωπικά βιώματα του παρελθόντος, από προσωπικές και κοινωνικές ορφάνιες και τον αντίκτυπο που η πτώση αυτή έχει στον κόσμο γύρω μας.

Όλα αυτά τα διλήμματα προβληματίζουν το θεατή, καθώς η σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά έχει καθαρούς στόχους και θέτει ερωτήματα που θα ταλανίσουν όποιον παρασύρεται μέσα σε αυτό το βίωμα. Ερωτήματα που είναι δύσκολο να απαντηθούν γιατί η ενσυναίσθηση, για καθένα από τους ήρωες και κυρίως για τον ήρωα που δεν είναι επί σκηνής, καταλήγει να διχάζει τη σκέψη.

Όπως μετέωρες φαίνεται να στέκονται οι απαντήσεις που αναζητούν ήρωες και θεατές, έτσι μετέωρο στέκεται το σπίτι αυτού του ζευγαριού, έτοιμο να διαλυθεί από στιγμή σε στιγμή, μέσα από τα ιδιαίτερα έξυπνα και, θαρρείς, τα πιο κατάλληλα και εξυπηρετικά για το έργο σκηνικά, του Εδουάρδου Γεωργίου. Την αίσθηση αυτή εντείνει εξαιρετικά η μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, οι συγκλονιστικές ερμηνείες των τριών ηθοποιών έρχονται να καθηλώσουν τον θεατή, ο οποίος παρακολουθεί την καθαρή εξέλιξή τους σε κάθε φάση της ιστορίας, την αλλαγή τους σε κάθε αποκάλυψη, σε κάθε διεύρυνση των προσωπικών τους ορίων. Ερμηνείες βιωματικές θα λέγαμε, που δίνουν στην παράσταση ενότητα και ποιότητα. Η Ελένη Θυμιοπούλου στον ρόλο της Έλεν, μητέρα ενός αγοριού, αλλά και προστατευτική σαν μητέρα απέναντι στον αδερφό της, φαίνεται αρχικά να απαντά εύκολα στα διλήμματα, οδηγούμενη από οικογενειακή αγάπη, με πολλές βέβαια εσωτερικές μάχες που οδηγούν σε εξάρσεις, για να φτάσει στο τέλος στο απόγειο της αντοχής της. Ο Χρίστος Στυλιανού στο ρόλο του Ντάννυ, πιστός στις αρχές του, άνθρωπος που προσπαθεί να ακολουθεί το σωστό, η φωνή της λογικής, με μια συμβατική- στην αρχή- αντιμετώπιση της κατάστασης καταλήγει κι αυτός να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του θυσιάζοντας τελικά, κάτω από συναισθηματική πίεση, όλη του την ιδιοσυστασία. Το ρόλο του Λίαμ ερμηνεύει ο Χρήστος Διαμαντούδης, ενός παιδιού που η ορφάνια και η κοινωνική εγκατάλειψη, η αγάπη και η ανάγκη για την οικογένειά του, τον απομάκρυναν από τη λογική και τον οδήγησαν σε μια φριχτή πράξη, ανάλογες της οποίας συναντάμε ανησυχητικά συχνά σήμερα.

Για την παράσταση, τον ρόλο του και όχι μόνο,  μας τα είπε όμως καλύτερα ο Χρήστος Διαμαντούδης, που ξεκινά πολλά υποσχόμενος στα 22 του χρόνια τη θεατρική του πορεία, με το ταλέντο, την ευρηματικότητα και την εργατικότητά του να γίνονται αμέσως αντιληπτά, ήδη από τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ε: Χρήστο σε γνωρίζω πολλά χρόνια και είναι μεγάλη η χαρά μου να παρακολουθώ το ξεκίνημά σου. Πες μας λίγα λόγια για το έργο και πώς αισθάνεσαι για τη συμμετοχή σου σε αυτό.

Α: Πρόκειται για ένα δυνατό και σύγχρονο έργο το οποίο γράφτηκε το 2009 και είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Είμαι πολύ τυχερός που βρίσκομαι σε αυτή την παραγωγή με όλους αυτούς τους συντελεστές και είναι μεγάλη μου ευτυχία που έχω την ευκαιρία ενός μεγάλου ρόλου, που δίνει πολλές δυνατότητες. Είμαι ακόμη πολύ ευγνώμων που γνώρισα τον Τάκη Τζαμαργιά, τον Χρίστο Στυλιανού και την Ελένη Θυμιοπούλου από τους οποίους πέρασα ένα δεύτερο σχολείο, έμαθα και εξακολουθώ να μαθαίνω πολλά πράγματα.

Δουλέψαμε πολύ ομαδικά, ο ένας έδινε πολύ χώρο στον άλλο και ειδικά σε εμένα, καθότι ο λιγότερο έμπειρος συγκριτικά με τους άλλους δύο πολύ έμπειρους ηθοποιούς. Ο καθένας έβαλε ένα λιθαράκι γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Η παράσταση είναι όλων μας, σκηνοθέτη, ηθοποιών, σκηνογράφων, μουσικών, όλων των συντελεστών.

Ε: Ποιος ήταν ο δρόμος που ακολούθησες για την προσέγγιση του ρόλου;

Α: Με τον σκηνοθέτη της παράστασης περάσαμε από πολλά στάδια. Βρήκαμε κάποια αυτιστικά κομμάτια του ρόλου, χωρίς να θέλουμε να τον παρουσιάσουμε προβληματικό προσθέτοντας στοιχεία παραβατικής συμπεριφοράς καθώς και το ρατσιστικό στοιχείο. Είναι περιθωριακός χαρακτήρας, όπως λέει η Έλεν “είναι υπερβολικός στις αντιδράσεις του” και αυτό το χαρακτηριστικό κράτησα ως γνώμονα. Ο Λίαμ φορτίζεται συναισθηματικά από οποιαδήποτε κατάσταση, είτε χαρούμενη, είτε δυσάρεστη και ύστερα αυτός τη μετατρέπει σε βιαιότητα.

Ε: Από πού αντλείς την έμπνευση σου για να χτίσεις ένα ρόλο γενικότερα;

Α: Από γύρω μου, μέσα από την παρατήρηση και έπειτα τη μεγέθυνση ή σμίκρυνση των στοιχείων που άντλησα μέσα από αυτήν. Αλλά και εντοπίζοντας τις ιδιομορφίες στο σώμα. Έναν ρόλο πρώτα τον προσεγγίζω σωματικά και μετά καταλήγω στις συναισθηματικές του εξωτερικεύσεις. Αλλά εκτός αυτού, πηγή έμπνευσης αποτελούν πάντα οι καλές ταινίες και σειρές, η παρατήρηση καλών ηθοποιών αλλά και κάθε μέσο το οποίο θα μου επιτρέψει να γνωρίσω μια ανθρώπινη πτυχή που μπορεί να μην έχω συναντήσει, πώς είναι λόγου χάρη ένας άνθρωπος που παλεύει με κάποια πάθηση.

Ε: Με τον Λίαμ ταυτίστηκες σε σημεία;

Α: Σε αρκετά σημεία ναι, αλλά όχι στο βαθμό που αυτός τα εκφράζει. Θα έκανα τα πάντα για τους ανθρώπους που αγαπώ. Θα μπορούσα να είμαι κάλλιστα εγώ με την αδερφή μου, την οποία παρεμπιπτόντως λένε Ελένη, όπως δηλαδή στο έργο, Έλεν. Δεν ταυτίστηκα φυσικά στα σημεία της ακρότητας.

Ε: Για ποιο λόγο θα έλεγες σε κάποιον να δει την παράσταση;

Α: Γιατί δείχνει έναν κόσμο που είναι δίπλα μας και τον αγνοούμε, είτε ηθελημένα είτε ασυνείδητα, χωρίς να βλέπουμε εντέλει τι γίνεται γύρω μας. Το έργο- η παράσταση- λειτουργεί αποκαλυπτικά, θέτει διλήμματα με τα οποία ο καθένας μας έρχεται αντιμέτωπος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.

Ε: Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι είναι σε θέση να γνωρίζουν τα όριά τους;

Α: Τα όρια διερευνώνται. Κανείς δεν τα ξέρει μέχρι να αντιμετωπίσει κάποιες καταστάσεις, κάτω από ορισμένες συνθήκες.

Ε: Κάτι τελευταίο, πότε κατάλαβες ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός;

Α: Το κατάλαβα μεταξύ Γ’ Γυμνασίου και Α’ Λυκείου. Ως τότε η μεγάλη μου αγάπη ήταν ο αθλητισμός αλλά είχα έναν τραυματισμό στο τάε κβον ντο με αποτέλεσμα να σπάσω το γόνατό μου. Τότε μέσω της Ιωάννας Γεωργαντά και του Νίκου Τσολερίδη, επίσης ηθοποιών και φίλων μου από τότε, γνώρισα ακόμα περισσότερο το θέατρο και συνειδητοποίησα πως μάλλον θα γίνει η επόμενη μεγάλη μου αγάπη.

 

Τα Ορφανά παρουσιάζονται στο φουαγιέ της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών Τετάρτη- Κυριακή στις 21:00

Περισσότερες πληροφορίες εδώ


 

 

 

0
Tags:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *